Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Minecraft - Review

Η χαρά της δημιουργίας

Περιεχόμενα

Δεν έχουν μείνει και πολλά να γράψει κανείς για το Minecraft. Η τελική, “επίσημη” έκδοσή του κυκλοφόρησε πριν κανένα μήνα περίπου, αλλά εδώ και περίπου ένα χρόνο, όταν εμφανίστηκε στο internet η πρώτη beta έκδοση, το παιχνίδι έχει εξελιχθεί σε ένα indie φαινόμενο. Στην πορεία προς την ολοκλήρωση, το Minecraft εμπλουτίστηκε με νέα στοιχεία, έκανε τον δημιουργό του, Markus “Notch” Persson έναν από τους πλουσιότερους ανεξάρτητους game developersκαι έγινε σύμβολο της καινοτομίας και της original σκέψης στην ανεξάρτητη σκηνή του gaming.

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Gone Home - Review

Βρισκόμαστε στο 1995. Οι έφηβοι εκείνης της εποχής θα θυμούνται σίγουρα το Pulp Fiction, την αυτοκτονία του Kurt Cobain, τις VHS ταινίες, τα επεισόδια X- Files και το Super NES μεταξύ πολλών άλλων. Όλες αυτές οι αναφορές υπάρχουν σε πληθώρα στην πρώτη προσπάθεια της The Fulbright Company και σίγουρα το σκηνικό του τίτλου θα γυρίσει πολλούς πίσω στο χρόνο.
Οι συντελεστές της ομάδας δεν είναι καθόλου τυχαίοι, αφού ο Steve Gaynor, η Κarla Zimonja και ο Johnnemann Nordhagen εργάστηκαν παλαιότερα επάνω στο Bioshock 2, το XCOM, και το Bioshock Infinite. Ο Steve Gaynor, ειδικότερα, ήταν ο συγγραφέας και lead designer του πολύ καλού "Minerva's Den" DLC για το BioShock 2.
Όπως καταλαβαίνετε, από μια τέτοια ομάδα αναμένουμε αρκετά στο θέμα του σεναρίου. Και όντως, η ιστορία όχι μόνο δεν μας απογοήτευσε, αλλά κατάφερε να μας κάνει να νοιαστούμε για τους πρωταγωνιστές, τους οποίους δεν είδαμε ποτέ από κοντά κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού. Αυτό από μόνο του δείχνει πολλά!
Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Όπως είπαμε και πριν, βρισκόμαστε στο 1995 και έχουμε τον έλεγχο της Kate Greenbriar, η οποία μόλις έφτασε σπίτι της μετά από ένα χρόνο διακοπών στο εξωτερικό. Κι ενώ κανονικά θα περίμενε μια θερμή υποδοχή από την οικογένειά της, αντ΄ αυτού βρίσκει ένα σπίτι ερημωμένο, με ένα παράξενο σημείωμα να την περιμένει στην πόρτα και με μια απίστευτη κακοκαιρία να λαμβάνει χώρα.
Αστραπές και βροντές, σε συνδυασμό με δυνατό άνεμο, συμβάλουν στη μυστηριακή ατμόσφαιρα του Gone Home, ενώ μια σημείωση από τη μικρότερη αδερφή της Kate, την Sam, που μας προειδοποιεί να μην ψάξουμε για την απουσία της, μας βάζει σε σκέψεις για την εξέλιξη της ιστορίας. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει κάθε φορά που εξερευνούμε περισσότερο το χώρο, βρίσκοντας καινούργια αντικείμενα και αποδεικτικά στοιχεία. Το μυαλό μας προσπαθεί να καταλάβει τι έχει συμβεί, προσπαθώντας να συνθέσει το πάζλ της ιστορίας.
Σε αυτό το σημείο δεν θέλουμε να δώσουμε περισσότερες λεπτομέρειες για την πλοκή του παιχνιδιού, γιατί εκεί βασίζεται η όλη εμπειρία που θα εισπράξει κάποιος παίζοντας το Gone Home. Ωστόσο, θέλουμε να τονίσουμε ότι το παιχνίδι πραγματεύεται μια εξαιρετικά ώριμη και σπάνια θεματολογία για τη σκηνή των βιντεοπαιχνιδιών, η οποία δεν ενδείκνυται για μικρά παιδιά.
Όσον αφορά το gameplay του παιχνιδιού, αυτό βαδίζει στα μονοπάτια του εκπληκτικού Dear Esther. Και ενώ στην περίπτωση του Dear Esther είχαμε να εξερευνήσουμε ένα ολόκληρο νησί, εδώ καλούμαστε να ερευνήσουμε εξονυχιστικά κάθε γωνιά ενός σπιτιού. Κάτι τέτοιο σε οποιοδήποτε άλλο παιχνίδι θα ήταν ιδιαίτερα βαρετό, όμως οι άνθρωποι της Fullbright Company κατάφεραν να κρατήσουν το ενδιαφέρον μας, τυλίγοντάς το με μια καλοδουλεμένη ιστορία.
Έτσι, οι σχεδόν 2 ώρες που περάσαμε μέσα σε ένα σπίτι ψάχνοντας από εδώ κι από εκεί έφυγαν σα νερό, αφήνοντάς μας με τις καλύτερες εντυπώσεις. Πέρα από την εξερεύνηση υπάρχουν και κάποιοι εύκολοι γρίφοι, οι οποίοι είναι με τέτοιο τρόπο τοποθετημένοι μέσα στο παιχνίδι ώστε να εξυπηρετούν τη δομή της αφήγησης.
Όσον αφορά τον τεχνικό τομέα, η δουλειά που έχει γίνει είναι εξαιρετική. Τα πάντα θυμίζουν ότι είμαστε σε ένα αρχοντικό σπίτι κατά τη δεκαετία του '90, δίνοντάς μας την ψευδαίσθηση ενός πραγματικού κόσμου. Τα τρισδιάστατα μοντέλα που έχουν δημιουργηθεί αποδίδονται με μεγάλη πιστότητα, κάνοντας την Unity Engine να μοιάζει ως την καλύτερη επιλογή για τους δημιουργούς. Ο ηχητικός τομέας με την καταπληκτική ερμηνεία της Sarah Robertson στο ρόλο της Sam και τα τραγούδια των Heavens to Betsy και Bratmobile από τη Riot Grrrl σκηνή (ή κινήματος αν προτιμάτε), εκτοξεύουν την ατμόσφαιρα του τίτλου στα ύψη.
Το Gone Home απέχει πολύ από το να είναι ένα ακόμα παιχνίδι τύπου Slender. Μπορεί η ατμόσφαιρα των πρώτων λεπτών να δίνει μια τέτοια εντύπωση στον παίκτη, όμως η τροπή που παίρνει μετέπειτα είναι κάτι που δύσκολα θα την προέβλεπε κανείς από την αρχή. Βέβαια, η υψηλή τιμή διάθεσης του τίτλου, στα 19 ευρώ περίπου, ίσως αποτρέψει αρκετούς από το να προβούν στην αγορά του. Όμως, θα συνιστούσαμε σίγουρα να μπει στα υπόψη με την πρώτη πτώση τιμής στο Steam.
Ο τίτλος σίγουρα δεν απευθύνεται σε όλους. Όσοι έχουν "αλλεργία" στα indie παιχνίδια και την προσπάθεια αφήγησης μιας ιστορίας, αφήνοντας στην άκρη τους παραδοσιακούς τρόπους παιξίματος ενός παιχνιδιού, τότε θα πρέπει να ψάξουν κάτι άλλο. Οι υπόλοιποι σίγουρα θα βρείτε πράγματα που θα σας αγγίξουν, αφού το παιχνίδι προσπαθεί με περίτεχνο -αλλά σίγουρα όχι πρωτότυπο- τρόπο να πλησιάσει θέματα που άπτονται μιας ιδιαίτερης, αμφιλεγόμενης θεματολογίας. Μερικά από αυτά είναι οι δυσκολίες της εφηβείας, της αναζήτησης προσωπικής ταυτότητας και της επικοινωνίας μεταξύ γονέων και παιδιών.
Οι άνθρωποι της The Fulbright Company κατάφεραν με το Gone Home να τραβήξουν το ενδιαφέρον των κριτικών σε όλο τον κόσμο, αποσπώντας πολύ καλές βαθμολογίες, που συναγωνίζονται αυτές σημαντικών τίτλων όπως είναι το BioShock Infinite και το The Last of Us. Το αν αξίζει όλος αυτός ο ντόρος ή όχι, εσείς θα το κρίνετε. Εμείς, πάντως, εδώ θα είμαστε και θα περιμένουμε το επόμενο βήμα της The Fulbright Company.

ProΘετικά

  • Η ιστορία κρατά συνέχεια το ενδιαφέρον
  • Εξαιρετικό voice acting και μουσική
  • Μοναδική ατμόσφαιρα

ConsΑρνητικά

  • Το σενάριο είναι καλοδουλεμένο αλλά όχι πρωτότυπο
  • Υψηλή τιμή διάθεσης

Βαθμολογία

 PC8.5

Halo: Combat Evolved Anniversary - Review


Πριν από 10 χρόνια, η βιομηχανία των games ήταν τελείως διαφορετική απ’ ότι σήμερα. Το Playstation 2 και το Xbox ήταν στο επίκεντρο και τα First-Person Shooters θεωρούνταν προνόμιο στα PC και “υποκατάστατο” στις κονσόλες. Τότε εμφανίστηκε το Halo:Combat Evolved σε PC και Xbox, αποδεικνύοντας ότι τα FPS μπορούν να υπάρξουν και στις κονσόλες, παρότι βρέξει-χιονίσει το mouse θα έχει μεγαλύτερη ακρίβεια απ’ το δεξιό αναλογικό μοχλό. 

Τα χρόνια πέρασαν και μία δεκαετία μετά, η σειρά Halo κατέληξε να είναι το κορυφαίο FPS στις κονσόλες της Microsoft, φέρνοντας σε κάθε έκδοση εκατομμύρια πωλήσεων, για πολλούς και διάφορους λόγους. Για κάποιους θεωρείται ένα διασκεδαστικό arcade FPS. Σε άλλους θυμίζει κάτι από Unreal Tournament, ενώ πολλοί έχουν ταυτιστεί και με τον πρωταγωνιστή της σειράς Master Chief. 



Με αφορμή λοιπόν την συμπλήρωση 10 ετών απ’ την κυκλοφορία του Halo: Combat Evolved, της πρώτης έκδοσης που άφησε εποχή, η Microsoft μας ετοίμασε μια remastered έκδοση σε οικονομική τιμή, η οποία απευθύνεται σε όλους τους fans της σειράς, αλλά κυρίως σε όσους δεν είχαν προλάβει να παίξουν το πρώτο Halo και θα ήθελαν πολύ να δουν πως είναι. 

Campaign
Στο Halo: Combat Evolved Anniversary καλείστε να παίξετε το ίδιο ακριβώς campaign με την original έκδοση. Ο χειρισμός στους βετεράνους της σειράς θα φανεί γνώριμος. Με το δεξί αναλογικό stick κάνετε zoom in, το οποίο βέβαια δεν υφίσταται σε όλα τα όπλα. Επίσης, sprint button δεν υπάρχει, παρά μόνο στο multiplayer  mode με το LB, το οποίο στο campaign χρησιμεύει ως φακός στα σκοτεινά σημεία. 

Από τα τέσσερα διαθέσιμα επίπεδα δυσκολίας, κάποιος ο οποίος έχει παίξει έστω ένα Halo, θα καταφέρει άνετα να ολοκληρώσει το campaign στο τρίτο επίπεδο δυσκολίας, έστω κι αν απαιτείται να αδειάσει ολόκληρο γεμιστήρα στους μίνι εχθρούς που είναι περισσότερο “ντούκια”. Η διάρκειά του υπολογίζεται στις 10-12 ώρες, ενώ τα checkpoints είναι λίγο περισσότερο αραιά από ένα μέσο FPS. Δεν υπάρχουν επιπλέον αποστολές, αλλά η 343 Industries, υπεύθυνη για το development του campaign, ασχολήθηκε με τον πλήρη επανασχεδιασμό των γραφικών. 

Πατώντας το Back button οποιαδήποτε στιγμή και όσες φορές θέλετε, μεταβαίνετε από τα νέα γραφικά στα παλιά κι έτσι βλέπετε τις εμφανείς διαφορές των δύο εκδόσεων. Η σημαντικότερη δουλειά έχει γίνει στο bumpmapping, κάτι που μπορείτε εύκολα να δείτε αν πλησιάσετε τον τοίχο ενός κτιρίου, αν σκύψετε στο έδαφος ή αν προσέξετε το όπλο σας την στιγμή του reload. Οι δυναμικοί φωτισμοί κάνουν επιτυχώς την εμφάνισή τους, προσφέροντας ένα πιο φωτεινό αποτέλεσμα, συνδυάζονται δε επιτυχώς απ’ τα αναβαθμισμένα shadows τα οποία έχουν πολύ περισσότερους και διαφορετικούς τόνους απ’ ότι πριν. Στο θέμα των frames, παρατηρήσαμε ορισμένες πτώσεις, χωρίς ωστόσο να επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό το gameplay.


Στον ηχητικό τομέα, τα κλασικά κομμάτια του Halo: Combat Evolved επιστρέφουν σε επανεκτελέσεις. Ωστόσο, τα ηχητικά εφέ έχουν μείνει ανέπαφα κι αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η φυλή των Covenant ακούγεται πιο αστεία κι από ταινία του Jim Carey, ειδικά με τους κοντοπίθαρους εξωγήινους, οι οποίοι θα ξεστομίζουν διαρκώς πανομοιότυπες φράσεις σε παραμορφωμένη αγγλική διάλεκτο. Ακουστικά, η ποιότητα των όπλων δείχνει παρωχημένη, η δε επανάληψη των εχθρών θεωρείται πλέον ένα ακόμη μείον για τα δεδομένα του 2011. 

H Microsoft γιορτάζει μία δεκαετία Halo, χωρίς την παλιά καλή Bungie στο τιμόνι.

Αλλά εν τέλει, ο σκοπός του Halo είναι να σας διασκεδάσει, προσφέροντας άφθονη και ασταμάτητη δράση, βατό χειρισμό, μία ευρεία γκάμα από όπλα και την προσθήκη των τότε ελάχιστων οχημάτων. Σε αυτό το κομμάτι λοιπόν, ο τίτλος στέκεται στο ύψος των περιστάσεων. Επιπλέον, σας δίνει και την εναλλακτική του co-op με δεύτερο παίκτη (σ.σ. υπήρχε και στην original έκδοση), καθώς και την υποστήριξη του Kinect στο θέμα των φωνητικών εντολών, αν και αυτό δεν έχει κανένα αντίκτυπο στο gameplay. Απλά φωνάζετε φράσεις όπως “Grenade” ή “Reload” κι αυτό είναι όλο. 

Στο Co-Op η οθόνη χωρίζεται στα δύο και πλέον μπαίνουν στη μάχη δύο Master Chief, κάνοντας τα πράγματα πιο εύκολα. Friendly fire υπάρχει κανονικά, τόσο στο δεύτερο παίκτη όσο και στους στρατιώτες τις CPU, οι οποίοι πεθαίνουν απ’ τα πυρά σας εάν δεν το προσέξετε. Το ελαφρυντικό όμως του Co-Op είναι ότι μόλις ένας παίκτης πεθαίνει, τότε κάνει respawn στο σημείο που βρίσκεται ο άλλος, χωρίς δηλαδή να υπάρχει το αντίκτυπο της επιστροφής στο προηγούμενο checkpoint (βλέπε Gears of War). 



Online με πολλά καλούδια
Ο τομέας που κάνει την διαφορά είναι το online multiplayer της Anniversary έκδοσης, καθ’ ότι στην original έκδοση θυμίζουμε πως όταν βγήκε το Combat Evolved, όχι μόνο δεν υπήρχε online, αλλά ούτε καν Xbox Live. 

Πάνω στο multiplayer mode δούλεψε επιτυχώς η Certain Affinity, η οποία είχε συνεργαστεί παλιότερα με την Bungie, αναπτύσσοντας δύο multiplayer maps για το Halo 2. Τώρα όμως το βάρος που κλήθηκε να σηκώσει είναι πολύ μεγαλύτερο και για τα δεδομένα της το αποτέλεσμα είναι κάτι παραπάνω από θετικό. 

Οι τομείς του multiplayer είναι πέντε. Έχουμε λοιπόν τους Matchmaking, Firefight, Custom Game, Forge και Theater. Το τελευταίο χρησιμεύει για να βλέπετε replays από προηγούμενους αγώνες σας ή να τα ανεβάζετε στο Xbox Live. 

Το Matchmaking διαθέτει Anniversary online modes ειδικά για την συγκεκριμένη έκδοση. Προσφέρονται λοιπόν πέντε modes και συγκεκριμένα τα Classic (Team Deathmatch 3vs3 ή 4vs4), Squad (ίδιος αριθμός παικτών με  Objectives), BTB (από 6vs6 έως 8vs8), FFA (Free-For-All κλασικό Deathmatch 8 παικτών) και το Firefight Mode, όπου 2-4 παίκτες πολεμάτε με κύματα από covenants, τα οποία ελέγχονται απ’ τη CPU. Το Firefight είναι προσβάσιμο και απ’ την κεντρική σελίδα του multiplayer, στον ξεχωριστό τομέα που προαναφέραμε. Αξιοσημείωτο και για τα πέντε παραπάνω modes, είναι ότι πέρα απ’ την online υποστήριξη 16 παικτών, κάθε κονσόλα μπορεί να φιλοξενήσει 1-4 παίκτες σε κάθε online match. 



Προχωράμε όμως στα καλά της υπόθεσης και συγκεκριμένα στα Custom Game και Forge, δύο τομείς που περιλαμβάνουν τα ίδια 11 modes. Η μόνη διαφορά τους είναι ότι ο μεν πρώτος τρέχει online και ο άλλος τοπικά στην κονσόλα σας. Τα διαθέσιμα modes είναι γνωστά για όσους έχουν παίξει το πρώτο Halo και γενικά οποιοδήποτε FPS. Πρόκειται για τα Capture the Flag, King of the Hill, Assault (βόμβα στη βάση του εχθρού), Infection (όποιος είναι ζόμπι δαγκώνει ανθρώπους και τους μετατρέπει σε ζόμπι), Race (αγώνες ταχύτητας) και διάφορα ακόμη modes που προσφέρονται ως παραλλαγές. Συνολικά συναντάμε μόλις έξι διαθέσιμα maps, με το έβδομο να χρησιμοποιείται στο Firefight mode. 

Παίζοντας online θα συναντήσετε ένα πολύ υψηλό επίπεδο ανταγωνισμού από ορισμένους παίκτες. Πολλοί εξ αυτών είναι ατσίδες στο σημάδι με sniper (σας πετυχαίνουν εν κινήσει με τη μία) ενώ άλλοι διαθέτουν εξελιγμένο armor, jetpacks κ.ο.κ. Απαραίτητη προϋπόθεση για την αγορά νέου εξοπλισμού όπως armor, κράνος, περιβραχιόνια και λοιπά  gadgets , είναι το να παίζετε διαρκώς ώστε να κερδίζετε credits. Αυτό είναι κι ένα βασικό κίνητρο που μπορεί να σας κρατήσει στο multiplayer για αρκετό καιρό. Μόνη μας ένσταση στην κατά τα άλλα εξαίρετη δομή του είναι το  loading, τόσο κατά το φόρτωμα των maps, όσο -κυρίως- στην εύρεση αντιπάλου, που καθυστερεί αρκετά. 

Κατά τα άλλα, το online mode έχει ένα απόλυτα δίκαιο σύστημα, το οποίο σας επιτρέπει να βρείτε αντιπάλους με παρόμοιο rank ή χαμηλό ping σε σχέση με εσάς. Συν τις άλλοις, η engine ρίχνει ποινές σε όσους από εσάς επιλέγουν συχνά να κάνουν επίτηδες disconnect. 



Here we go
Το Halo: Combat Evolved Anniversary είναι μια επιτυχημένη επανέκδοση του πρώτου μεγάλου FPS της Microsoft στις κονσόλες. Για κακή μας τύχη, η original έκδοση δεν υπάρχει σήμερα στο marketplace, άρα αυτή είναι η μόνη επιλογή που έχετε. Βέβαια, ακόμα και ως  DLC , το original Halo: Reach ήταν «ξερό» port, δηλαδή δεν υποστήριζε online, τουλάχιστον όμως θα αποτελούσε μετά από τόσα χρόνια μια καλή οικονομική εναλλακτική λύση. Αν θέλετε λοιπόν να θυμηθείτε ή να μάθετε τα παλιά, τα 35-40€ που θα ξοδέψετε για την εορταστική έκδοση του Halo, θα σας κρατήσουν και με το παραπάνω, κυρίως λόγω του πλούσιου online mode. 

Θετικά: 
- Επανασχεδιασμένα γραφικά
- Δυνατό online με όλα τα προβλεπόμενα modes
- Επιτόπου επιλογή ανάμεσα σε παλιά και νέα γραφικά 

Αρνητικά:
- Το loading, τόσο offline, όσο και online
- Τα ηχητικά εφέ δείχνουν την ηλικία τους 

Βαθμολογία
Γραφικά: 8
Ήχος: 7
Gameplay: 8
Αντοχή: 9
Γενικά: 8

Επανασχεδιασμένο και φρεσκαρισμένο, δεν εντυπωσιάζει σαν άλλοτε, όμως τιμάει τα λεφτά του και με το παραπάνω. 

The Legend of Zelda : The Wind Waker HD - Review

Στο ημερολόγιο σκιζόταν το χαρτάκι που έγραφε "1 Μαίου 2003". Οι Nintendo fans -και ειδικότερα οι Zelda fans- ήταν έτοιμοι να αποκτήσουν στα χέρια τους το "παιδικό" The Legend of Zelda: The Wind Waker, το οποίο μέχρι και τη στιγμή που μπήκε στο GameCube, συνοδευόταν από γκρίνια. Οι πρώτες στροφές στο μικροσκοπικό δισκάκι του τίτλου ξεκίνησαν. Το χαριτωμένο λογότυπο του "κύβου", έδωσε τη σκυτάλη στο παραδοσιακό κεντρικό μενού, που συναντάται συνήθως στα Zelda. Η οκαρίνα έπαιξε τις πρώτες νότες και η ιστορία στην οθόνη μας μιλάει για ένα παιδί, που τον έλεγαν Link και ζούσε ευτυχισμένα σε ένα χωριό κ.ο.κ. Στην επόμενη ώρα -άντε, βαριά-βαριά, δύο ώρες- το 99,9% της γκρίνιας, εξαλείφτηκε. Τα σουφρωμένα φρύδια, έδωσαν τη θέση τους σε ένα γλυκό, σχεδόν χαζοχαρούμενο, χαμόγελο. Γιατί;
Γιατί πολύ απλά, από εκείνη τη στιγμή και για περίπου 40 ώρες (το λιγότερο), οι κάτοχοι του GameCube, θα βίωναν, όχι απλά ένα αριστουργηματικό παιχνίδι, αλλά ένα από τα ομορφότερα και πιο αξιολάτρευτα Zelda στην ιστορία του αγαπημένου franchise. Το χαστούκι της Nintendo, λοιπόν, σε όλους τους fans, είχε ευεργετικές δυνατότητες αυτή τη φορά.
Όλοι μας, λίγο-πολύ, την ακούσαμε να μας σιγοψιθυρίζει τα εξής λόγια: "Είδες ρε γκρινιάρη; Στα 'λεγα. Δε στα 'λεγα; Θα σου αρέσει. Άντε, πάψε και παίζε!". Το The Wind Waker είναι η απόδειξη πως καμιά φορά πρέπει να αφήνουμε και το δημιουργό, να κάνει αυτό που θέλει και αυτό που τον εμπνέει και όχι να ακούσει, ντε και καλά, αυτά που του λέει το κοινό. Γιατί το The Wind Waker ήρθε μετά από δύο σοβαρότατα και θεοσκότεινα Zelda (Ocarina of Time, Majora's Mask) και εδώ που τα λέμε, το χρειαζόταν το λιγάκι πιο ανάλαφρο ύφος.
Μ' αυτά και μ' αυτά, δύο γενεές κονσολών αργότερα, η Nintendo κυκλοφορεί το The Legend of Zelda: The Wind Waker HD για το Wii U, το οποίο αποτελεί μία remastered έκδοση του πρωτότυπου. Στην πραγματικότητα, είναι ένα βήμα πριν το remake, μιας και τεχνικά, ο τίτλος έχει αλλάξει πολύ -προς το καλύτερο. Η cell-shaded φιλοσοφία του The Wind Waker, βέβαια, χαρίζει προσοδοφόρο έδαφος στους δημιουργούς, στο οποίο μπορούν, χωρίς πολλά-πολλά, να το κάνουν να μοιάζει με παιχνίδι του 2013.
Λίγο ο πολύ βελτιωμένος φωτισμός, λίγο η γυαλάδα που έχουν αποκτήσει οι χαρακτήρες, λίγο οι ρευστές σκιάσεις και αρκετά η ευκολία απεικόνισης καθαρού 1080p από το Wii U, κάνουν το The Wind Waker HD ένα από τα ομορφότερα παιχνίδια όλων των εποχών. Τα χρώματα, σχεδόν ανατινάζονται μπροστά από τα μάτια του παίκτη, την ώρα που η ομαλότητα με την οποία "τρέχουν" τα πάντα στην οθόνη, δίνουν μία εθιστική εικόνα. Το μοναδικό παράπονο που θα μπορούσε κάποιος να εκφράσει για τον οπτικοακουστικό τομέα, είναι η μουσική, η οποία "σήκωνε" άνετα μία ενορχήστρωση.
Στα του παιχνιδιού τώρα, αυτοί που στο παρελθόν έχουν ασχοληθεί με τον τίτλο, εκτός από πολλές αναμνήσεις, δυστυχώς δε θα βρουν κάτι που θα τους πείσει να προβούν σε αγορά του The Wind Waker HD. Ένα νέο επίπεδο δυσκολίας, υποστήριξη Miiverse και γρηγορότερη μετακίνηση στους ωκεανούς, δεν είναι αρκετά νέα στοιχεία για τους παλιούς. Όλοι οι υπόλοιποι όμως, στη μεταφορά του Wii U θα βρουν ένα πανέμορφο, απολαυστικό, "φρέσκο" και αριστουργηματικό παιχνίδι, που δε χωράει αμφιβολία πως δεν πρέπει να λείπει από καμία συλλογή. Περισσότερα για το The Legend of Zelda: The Wind Waker HD θα δείτε στο video review που συνοδεύει το παρόν άρθρο.

ProΘετικά

  • Λίγες, αλλά "αποφασιστικές" πινελιές, το έκαναν ένα από τα ομορφότερα παιχνίδια στην ιστορία των βιντεοπαιχνιδιών
  • Αριστουργηματικό ως παιχνίδι, αξιολάτρευτο ως Zelda

ConsΑρνητικά

  • Δυστυχώς, πέρα του οπτικού τομέα (και των πολλών αναμνήσεων), αυτοί που έχουν ασχοληθεί στο παρελθόν με την έκδοση του GameCube, δε θα βρουν κάτι που να τους πείσει

Βαθμολογία 

Victory  Wii U9.5

Batman: Arkham Origins - Review

Η σχετικά άπειρη WB Montreal, θέλοντας να ακολουθήσει το μονοπάτι της Rocksteady Games, παρουσιάστηκε ιδιαίτερα άτολμη, ίσως και φοβισμένη, μπροστά σε μια δημιουργία που έχει σαν πρωταγωνιστή το Σκοτεινό Ιππότη. Τα τελευταία χρόνια η φιγούρα του Batman είναι υπεύθυνη για ορισμένες κορυφαίες δημιουργίες –που ευτυχώς δεν βασίζονται σε κινηματογραφικές παραγωγές- αλλά το Arkham Origins, πέρα από την αδιαμφισβήτητη υψηλή ποιότητά του, κατά πάσα πιθανότητα θα μείνει στην ιστορία εξαιτίας των υπερβολικών, σχεδόν σκανδαλιστικών, ομοιοτήτων του με το Arkham City.
Βέβαια, δικαιολογίες δεν υπάρχουν για την ομάδα ανάπτυξης, γιατί ουσιαστικά πρόκειται για τα ίδια άτομα που στο παρελθόν ανέλαβαν να μεταφέρουν το Arkham City στο Wii U και μάλιστα με μοναδική μαεστρία. Όταν όμως της ανατέθηκε ένα τόσο βαρύ φορτίο, η έλλειψη εμπιστοσύνης στις δυνάμεις της ή ακόμα και οι πιέσεις της ίδιας της Warner Bros, φαίνεται πως την "ανάγκασαν" να ακολουθήσει την πεπατημένη.
Και ποια είναι αυτή; Μα φυσικά η λογική του copy-paste. Ο τίτλος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να κρύψει τις καταβολές του, και κάτω από άλλες συνθήκες η κριτική θα ήταν δριμύτατη. Όμως, για ακόμα μια φορά έρχεται στο προσκήνιο το ταλέντο της Rocksteady, όπου άφησε μια παρακαταθήκη διόλου αμελητέα, που όπως αποδεικνύεται μέσω του Arkham Origins, ακόμα και αν αντιγραφεί πλήρως δεν θα υπάρχει κανένα απολύτως πρόβλημα.
Επιστροφή στο παρελθόν
Τα Batman Arkham Origins αποτελεί πρακτικά το prequel της σειράς, όπου ο Σκοτεινός Ιππότης αρχίζει να κάνει τα πρώτα, δειλά βήματα ενάντια στην εγκληματικότητα, που ολοένα και περισσότερο φαίνεται να καλύπτει τη χιονισμένη και χριστουγεννιάτικα στολισμένη Arkham City. Ο τίτλος αποφεύγει να ασχοληθεί με τον τρόπο που η φιγούρα του Batman πήρε σάρκα και οστά –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, που όμως αποτελούν spoilers- και προσφέρει στον παίκτη μια φιγούρα που από το πρώτο κιόλας λεπτό εμφανίζεται πανίσχυρη.
Τα πρώτα λεπτά φαίνεται πως έχουν αποτελέσει προϊόν… σκέψης για τη WB Montreal και έτσι δεν είναι τυχαίο που τα πάντα θυμίζουν τον τρόπο με τον οποίο είχε εκκινήσει το Arkham Asylum! Ο Batman βρίσκεται και πάλι στα κελιά της φυλακής Arkham και σχετικά σύντομα πληροφορείται πως έχει επικηρυχτεί έναντι ενός αρκετά γενναιόδωρου ποσού, με αρκετούς δολοφόνους να βρίσκονται ήδη στο κατόπι του. Οι ενέργειές του φαίνεται πως έχουν θορυβήσει τον Black Mask, αν και τελικά το σενάριο δεν είναι και τόσο προβλέψιμο, τουλάχιστον όχι στο βαθμό που αφήνεται να εννοηθεί αρχικά.
Η πρώτη αποστολή θα ολοκληρωθεί με συνοπτικές διαδικασίες, ο Batman θα μεταφερθεί στο Bat Cave και πρακτικά από εδώ και έπειτα η πραγματική δράση θα εκκινήσει. Ο παίκτης είναι αλήθεια πως θα έχει να ασχοληθεί με αρκετά πράγματα στο κρησφύγετο του Σκοτεινού Ιππότη, και έτσι, πέρα από το battle training, θα μπορεί να μελετάει το νέο εξοπλισμό αλλά και τα gadgets του, να συνομιλεί με τον Alfred, ενώ στον κεντρικό υπολογιστή θα μπορεί να αναλύει τα διάφορα δεδομένα που έχει συλλέξει στη Gotham City.
Πέρα από το πρακτικό μέρος, η σπηλιά αποτελεί και ένα χώρο χαλάρωσης, με τον παίκτη να μπορεί να περιηγηθεί μέσα σε αυτήν, να παρατηρεί το υπό κατασκευή Bat mobile, να ρίξει μια ματιά στη στολή του και όταν τελικά θεωρήσει πως δεν έχει κάτι παραπάνω να κάνει, να κατευθυνθεί προς το Bat Wing και να ξεχυθεί στους παγωμένους δρόμους της πόλης.
Κρύο, νυχτερίδες και μια άδεια πόλη
Η Bat Cave λειτουργεί σαν το κεντρικό hub, από όπου ο Batman μπορεί να παρατηρεί ολόκληρο το χάρτη της Arkham City, με τις κύριες και δευτερεύουσες αποστολές να είναι ευδιάκριτες. Η μετάβαση μπορεί ορισμένες φορές να γίνει αυτόματα, αν και ο "Enigma" έχει βάλει το χεράκι του, και έτσι ο παίκτης θα πρέπει να επαναφέρει σε λειτουργία ορισμένους πύργους – πομπούς ώστε να έιναι σε θέση να χρησιμοποιήσει και πάλι το ιπτάμενο μεταφορικό του μέσο.
Το δυσάρεστο της υπόθεσης είναι πως, για τα σημερινά δεδομένα, το μέγεθος της πόλης αδυνατεί να εντυπωσιάσει, ενώ η ενιαία ροή διακόπτεται πολλές φορές από τα γνωστά και ενοχλητικά loading times. Ευτυχώς, αν ο Batman μεταβεί από τη μια περιοχή στην άλλη απλά και μόνο κάνοντας χρήση της μπέρτας του, οι χρόνοι φόρτωσης είναι διακριτικά κρυμμένοι, αλλά δεν είναι λίγες οι φορές που η οθόνη δείχνει να παγώνει στιγμιαία και μάλιστα με έναν έντονο και ενοχλητικό ρυθμό.
Η Arkham City μπορεί να έχει κάποιο ενδιαφέρον από άποψη αισθητικής και σχεδιασμού, αλλά κακά τα ψέματα, παρουσιάζεται παντελώς άψυχη. Η κίνηση στους δρόμους απουσιάζει ολοκληρωτικά και τελικά μόνο οι διάφορες συμμορίες που υπάρχουν διάσπαρτες στις ταράτσες ή τα σοκάκια θα κινήσουν την προσοχή του παίκτη. Όταν κάποια στιγμή βρεθεί στο έδαφος και έρθει αντιμέτωπος με τους κακοποιούς που δείχνουν να βρίσκονται παντού, το battle system δεν απογοητεύει μεν, αλλά η αλήθεια είναι ότι έχει αρχίσει να δείχνει επικίνδυνα σημάδια κόπωσης.
Κουρασμένο αλλά αποτελεσματικό battle system
Για ακόμα μια φορά ο Batman θα έχει ένα βασικό πλήκτρο επίθεσης, το οποίο σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα θα είναι υπεύθυνα για ορισμένα εντυπωσιακότατα combos. Η επίθεση με την μπέρτα θα παραπλανεί στιγμιαία τους αντιπάλους, ενώ η έλλειψη άμυνας καλύπτεται από το γνωστό πλέον πλήκτρο evade. Όπως συνέβαινε και στο παρελθόν, όταν ένας αντίπαλος είναι έτοιμος να επιχειρήσει ένα χτύπημα, η κλασική μπλε ένδειξη θα υπενθυμίσει στον παίκτη να χρησιμοποιήσει το πλήκτρο αποφυγής – αντεπίθεσης και με σύμμαχο το όμορφο animation, η ροή της μάχης δεν διακόπτεται σχεδόν ποτέ. Φυσικά αν κάποιος εχθρός φέρει οπλισμό, η ένδειξη θα λαμπιρίσει κίτρινη, οπότε θα απαιτείται μια διαφορετική αλληλουχία πλήκτρων, που ευτυχώς λειτουργεί πάντοτε σωστά.
Σαν μια νότα εντυπωσιασμού, το τελειωτικό χτύπημα θα συνοδεύεται από μια κοντινή λήψη της κάμερας, συνοδευόμενη από εντονότατο slow motion, όπως ακριβώς συνέβαινε και στο Arkham City. Και στο Arkham Asylum…  Βέβαια, έπειτα από τόσα χρόνια, το σύστημα μάχης αδυνατεί να εντυπωσιάσει για τους εξής δύο λόγους.
Η πολυκοσμία επί της οθόνης δεν επιτρέπει στον παίκτη να παρατηρήσει τους αντιπάλους του και έτσι απλά και μόνο θα πατά ακατάπαυστα το πλήκτρο επίθεσης, και όταν ειδοποιηθεί πως πρόκειται να δεχθεί κάποιο χτύπημα, να πιέζει κάποιο άλλο πλήκτρο. Ο δεύτερος λόγος αφορά καθαρά την εξυπνάδα των υπολοίπων χαρακτήρων, οι οποίοι θα περιμένουν υπομονετικά πριν εκτελέσουν την επίθεσή τους, ενώ άλλες φορές θα ορμούν όλοι μαζί, φέρνοντας την cpu σε δύσκολη θέση, καθιστώντας την ανήμπορη να κρύψει το ενίοτε προβληματικό collision detection.
Μάχες ενδιαφέρουσες αλλά δίχως ισορροπία
Οι μάχες θα αποφέρουν στον Batman πόντους εμπειρίας, τους οποίους θα είναι σε θέση να εξαργυρώσει μέσω του ανάλογου μενού, αλλά με μια σημαντική ιδιαιτερότητα. Ο παίκτης μπορεί να επιλέξει είτε να ενισχύσει την αντοχή της πανοπλίας του στα αντίπαλα χτυπήματα –οι αναβαθμίσεις δεν φέρουν δυστυχώς οπτικές αλλαγές- είτε να ανεβάσει τα στατιστικά των gadgets του, είτε να αποκτήσει πρόσβαση σε περισσότερες επιθετικές κινήσεις.
Αναμφίβολα όλα τα παραπάνω ακούγονταικαι είναι πολύ ενδιαφέροντα, αλλά φαίνεται να λειτουργούν εις βάρος της γενικότερης ισορροπίας. Καταρχάς, η γεροδεμένη μορφή του Batman προδιαθέτει ευχάριστα, ακολουθώντας τη γραμμή του κόμικ της DC και όχι του χαρακτήρα που υιοθέτησε ο Christopher Nolan στις ταινίες. Ο πρωταγωνιστής δείχνει να είναι ιδιαίτερα ισχυρός από το πρώτο κιόλας λεπτό, κάνοντας τις μάχες με τους βασικούς αντιπάλους βαρετές, οπότε και δεν υπάρχει κάποιος λόγος ο παίκτης να προβληματιστεί με τα διάφορα στατιστικά του και να μπει στη λογική βελτίωσής τους.
Η εικόνα δείχνει να αλλάζει άρδην σε κάποιο από τα οκτώ boss fights, αλλά και εδώ η WB Montreal πέφτει θύμα της απειρίας της αλλά και της έλλειψης φαντασίας. Πέρα από τις γνωστές μορφές που θα περιβάλλουν τον Batman, υπάρχουν μερικές ακόμα που πραγματικά ευχόμαστε να είχαν τύχει καλύτερης μεταχείρισης. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα από τη μορφή του Deathstroke δεν υπάρχει. Έτσι, ενώ ο ευφάνταστος σχεδιασμός του αλλά και η κινησιολογία του δείχνουν να ταιριάζουν γάντι στο σύμπαν του Arkham Origins, η αναμέτρηση μαζί του δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα καλοκουρδισμένο και έξοχα σκηνοθετημένο quick time event.
Οι πληθωρικοί χαρακτήρες της DC είναι σαφέστατα παρόντες, συνθέτοντας ένα εξόχως πλούσιο σύνολο, αλλά κατά την ταπεινή μας γνώμη ο τίτλος θα έπρεπε να ρισκάρει και να παρουσιαστεί περισσότερο απελευθερωμένος, επιτρέποντας τις μάχες σώμα με σώμα μέχρι τελικής πτώσης και με ένα πιο σωστό και ισορροπημένο επίπεδο δυσκολίας. Αυτός είναι και ο λόγος που, όπως αναφέρθηκε και στην εισαγωγή, η επιλογή new game plus πρακτικά είναι άχρηστη, γιατί έναν Batman με όλα τα στατιστικά του στα ύψη, είναι απορίας άξιο αν θα μπορέσει κάποιος να τον σταματήσει.
Όλη η μαγεία ενός τίτλου Batman
Όμως θα ήταν πραγματικά άδικο αν ο τίτλος καταδικαστεί μόνο και μόνο από κάποιες λανθασμένες επιλογές της WB Montreal. Οι κύριες αποστολές διεξάγονται όλες σε κλειστούς χώρους και εδώ πραγματικά το Arkham Origins δείχνει τις αρετές του. Πολλές φορές επιλέγονται κινηματογραφικές γωνίες λήψης και γενικά οι κύριες αποστολές είναι ιδιαίτερα προσεγμένες τόσο σκηνοθετικά όσο και δομικά, με τους εκκεντρικούς χαρακτήρες να ξεδιπλώνουν όλο το ταμπεραμέντο τους στις συνομιλίες. Το δικό τους λιθαράκι εδώ βάζουν και οι ηθοποιοί που έχουν δανείσει τις φωνές τους, στους χαρακτήρες, αποδίδοντας για μια ακόμα φορά με άριστο τρόπο τους ήρωες και κακούς της DC.
Όπως συνηθίζεται στη σειρά Arkham, ο πρωταγωνιστής καλείται να ακολουθήσει και stealth μονοπάτια, μιας και η αντοχή του στα εχθρικά πυρά είναι περιορισμένη, αλλά το παιχνίδι με τις σκιές αποτελεί ένα από τα καλύτερα στοιχεία που έχει να προσφέρει ο τίτλος. Επιπροσθέτως, το Arkham Origins εστιάζει και στην ανήσυχη και πανέξυπνη φιγούρα του Bruce Wayne, που πολλές φορές θα αφήσει στην άκρη τη δράση και θα αναγκαστεί να είναι ιδιαίτερα παρατηρητικός. Το detective mode επιστρέφει σαφέστατα εμπλουτισμένο, με τον παίκτη να μπορεί να επηρεάζει τη ροή του χρόνου και να εξετάζει τυχόν αντικείμενα που με μια πρώτη ματιά δεν είναι ορατά.
Η συγκεκριμένη ενότητα δεν διακρίνεται για την υψηλή δυσκολία της, αλλά ακόμα και έτσι ταιριάζει γάντι με τον χαρακτήρα του Batman. Σε τεχνικό επίπεδο το Batman Arkham Origins δεν απογοητεύει αν και γνώμη μας είναι πως απέχει αρκετά από το να εντυπωσιάσει με βάση τα σημερινά δεδομένα.
Το πρώτο στοιχείο που θα κερδίσει τους παίκτες είναι η μουντή, σχεδόν μελαγχολική ατμόσφαιρα, ενώ και το χιονισμένο Arkham, παρά την έλλειψη ζωής, δείχνει ελκυστικό. Φυσικά την παράσταση κλέβει η στιβαρή φιγούρα του Batman αλλά και των βασικών εχθρών του, όπου όλοι διακρίνονται για τον υψηλό αριθμό πολυγώνων που αοτελούνται και την έμφαση στη λεπτομέρεια. Το animation δεν φαίνεται να έχει αλλάξει σε σχέση με το Arkham City, στοιχείο φυσικά θετικό, ενώ και τα διάφορα cut scenes καταφέρνουν να αποδώσουν με έναν αρκετά επιτυχημένο τρόπο την ένταση κάποιας αναμέτρησης.
Ομοιότητες και συμπεράσματα
Ολοκληρώνοντας τις σκέψεις μας γύρω από το Batman Arkham Origins, το συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως σε γενικές γραμμές πρόκειται για μια πρόταση που ακολουθεί υψηλά επίπεδα ποιότητας. Ουσιαστικά, το μόνο αρνητικό που μπορεί να του καταλογίσει κάποιος, είναι η υπερβολική ομοιότητά του με το Arkham City σε όλους τους τομείς.
Η WB Montreal θα κατακριθεί μεν για την ατολμία της, αλλά όταν η Rocksteady είχε καταφέρει να αγγίξει τόσο υψηλά επίπεδα ποιότητας, η ολοκληρωτική αντιγραφή δεν μοιάζει και τόσο εσφαλμένη, μιας και πρακτικά προσφέρεται ακόμα μία ολοκληρωμένη, γεμάτη δράση περιπέτεια με πρωταγωνιστή το Σκοτεινό Ιππότη.
Γιώργος Τσακίρογλου

ProΘετικά

  • Οι φιγούρες του Batman και των εχθρών του
  • Σωστή κατανομή ανάμεσα σε δράση και εξερεύνηση
  • Το εμπλουτισμένο detective mode
  • Σκοτεινή και άκρως ενδιαφέρουσα ατμόσφαιρα…

ConsΑρνητικά

  • …η οποία όμως δεν φτάνει στα επίπεδα του Arkham Asylum
  • Βαρετά boss fights και ξεπερασμένο battle system
  • Ελάχιστες προσθήκες σε σχέση με το Arkham City
Βαθμολογία :

 PlayStation 38.0

Gravity - Review


Η υπόθεση της ταινίας είναι η εξής: “Μια επιστήμονας (Sandra Bullock) κι ένας αστροναύτης (George Clooney) προσπαθούν να επιβιώσουν έπειτα από ένα ατύχημα που τους άφησε να περιπλανιούνται στο αχανές Διάστημα.”
Η ταινία εικαστικά είναι εκθαμβωτική. Τελεία. Ο αγαπημένος σκηνοθέτης Alfonso Cuarón (“Harry Potter and the Prisoner of Azkaban”, “Children of Men”) δίνει εντυπωσιακή προσοχή στη λεπτομέρεια, η φωτογραφία είναι α-πί-στευ-τη και τα εφέ καταπληκτικά. Ο Cuarón έχει τονίσει ότι το “Gravity” ήταν όνειρο ζωής και αυτό φαίνεται. Η τελειομανία του όλου project είναι θεαματική. Νομίζεις ότι βλέπεις όλη την ταινία σε μια ανάσα. Η Sandra Bullock είναι πολύ-πολύ καλή, ενώ και ο Clooney δίνει μιαπολύ καλή (και ευχάριστη) ερμηνεία.
Σεναριακά, η ταινία ok, έχει τα απαραίτητα Hollywoodιανά κλισέ του είδους (αγωνία, σεναριακές ευκολίες, από μηχανής Θεός, κλπ.), αν και προσπαθεί να τα κρατήσει μειωμένα σε ένα normal επίπεδο. Η ταινία από μόνη της (σε 2D δηλαδή) είναι για 3, άντε max 3.5 στα 5. Όμως, είναι από αυτές τις σπάνιες περιπτώσεις που, πραγματικά, αν τη δείτε σε 3D, αλλάζει το πράγμα. Φανταστείτε το “Avatar”, που αν το βλέπατε σε 2D θα λέγατε απλά «ok, τίποτα το ιδιαίτερο», αλλά σε 3D λες «ΟΥΑΟΥ!». Το ίδιο ισχύει και για το “Gravity”. Μια ταινία που ίσως ο χρόνος την κρίνει κινηματογραφικά υπερεκτιμημένη, αλλά σας εγγυώμαι πως τριδιάστατα, θα είναι πολύ δύσκολο να πάρετε τα μάτια σας από την οθόνη. Εξ ου και τα 4 αστεράκια.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 4/5
http://www.youtube.com/watch?feature=player_embedded&v=OiTiKOy59o4

Assassin's Creed Black Flag - Review


 Το Assassin’s Creed είναι μία από τις σημαντικότερες σειρές που γέννησε αυτή η γενιά και συνάμα μία από τις πιο παρεξηγημένες από τους αρκετούς gamers σε όλο το κόσμο - και όχι άδικα. Οι κύριοι λόγοι που πολλοί αμφισβητούν τα παιχνίδια Assassin’s Creed είναι οι ετήσιες κυκλοφορίες, αλλά και το γεγονός ότι ανακυκλώνουν σε μεγάλο βαθμό τις ιδέες που πριν έξι χρόνια ήταν επαναστατικές, αλλά σιγά σιγά έχουν χάσει τη λάμψη τους. Η αλήθεια είναι κάπου στη μέση, καθώς δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την ποιότητα των τίτλων τόσο στον τεχνικό τομέα, όσο και στο σενάριο που με ελάχιστες εξαιρέσεις καταφέρνει και καθηλώνει κάθε φορά. Το Assassin’s Creed 4: Black Flag δεν φέρνει επαναστατικές αλλαγές στο gameplay και στη φιλοσοφία της σειράς, αλλά μοιάζει να είναι βγαλμένο από τα καλύτερα όνειρα των φανατικών οπαδών της σειράς, λες και η Ubisoft άκουσε έναν έναν τους φαν και έβγαλε έναν τίτλο ισορροπημένο, με πλούσιο περιεχόμενο και ποιότητα σε κάθε τομέα.
Το σενάριο του παιχνιδιού σας μεταφέρει πολλά χρόνια πριν την αμερικάνικη επανάσταση του AC3 όσον αφορά το παρελθόν, και λίγο μετά τα γεγονότα του προκατόχου του όσον αφορά το παρόν. Όπως και στα προηγούμενα μέρη, τα γεγονότα που βιώνετε στο παρελθόν είναι μνήμες των προγόνων του Desmond Miles που ανασύρονται μέσα από το Animus. Αυτή τη φορά όμως στο παρόν δεν έχετε τον έλεγχο του Desmond, αλλά ενός νέου υπαλλήλου της Abstergo. Αυτός προσπαθεί να ανασύρει τις μνήμες του ίδιου του Desmond αναβιώνοντας τις περιπέτειες ενός καινούριου προγόνου, του πειρατή Edward Kenway, παππού του ήρωα του AC3. Όπως πάντα, σε πρώτο πλάνο βρίσκεται η μάχη μεταξύ των Assassins και των Templars, αυτή τη φορά στην εποχή των πειρατών.
Ο Edward Kenway γνωρίζει πολύ καλά τα μυστικά της θάλασσας. Όμως μία σειρά από τυχαία γεγονότα στις πρώτες ώρες του παιχνιδιού αλλά και οι αδιαμφησβήτητες ικανότητές του στις μάχες, τον φέρουν να κυβερνάει ένα πειρατικό πλοίο στις θάλασσες της Καραϊβικής και μετέπειτα γίνεται μέλος των Assassins. Από τις πρώτες ώρες ενασχόλησης με το παιχνίδι, παρατηρείτε ότι ο ήρωας μοιάζει πιο ανθρώπινος ποτέ, καθώς δεν δίνει δεκάρα για την μάχη μεταξύ των Assasins και των Templars και έχει σαν μοναδικό κίνητρο την απόκτηση περιουσίας για να μπορεί να απολαύσει μία άνετη ζωή πίσω στον τόπο του.

Ο Edward Kenway είναι ίσως ο πιο ανθρώπινος πρωταγωνιστής της σειράς μέχρι τώρα.
Ο Edward Kenway είναι ίσως ο πιο ανθρώπινος πρωταγωνιστής της σειράς μέχρι τώρα.

Το όλο υπόβαθρο πάνω στο οποίο έχει στηθεί το Assassin’s Creed 4 είναι εξαιρετικά αβανταδόρικο ώστε να τραβήξει τα βλέμματα ακόμη και των μη φανατικών οπαδών της σειράς. Ανέκαθεν οι πειρατικές ιστορίες είχαν την δική τους μαγεία και η Ubisoft πέτυχε διάνα με την επιλογή της. Τα καλά νέα είναι ότι έχει γίνει εξαιρετική δουλειά στη μεταφορά αυτής της εποχής στο παιχνίδι με λεπτομέρειες που πραγματικά εντυπωσιάζουν. Από την εμφάνιση των πειρατών, των απλών πολιτών που συναντάτε στα χωριά και τους διαλόγους, μέχρι την αρχιτεκτονική των κτιρίων, τα πάντα είναι τόσο σωστά αποτυπωμένα που θυμίζουν κινηματογραφικό blockbuster. Στα θετικά του τίτλου είναι ότι έχουν περιοριστεί πολύ τα πήγαινε-έλα από το παρελθόν στο παρόν μέσω του Animus, έτσι ώστε να μην αποσυντονίζεστε και να χάνετε την ατμόσφαιρα που προσφέρει η πειρατική εποχή.
Αυτό όμως που πραγματικά κλέβει την παράσταση στο AC4 είναι οι περιπέτειες που βιώνετε στην ανοιχτή θάλασσα μέσα στο πειρατικό σας πλοίο. Από τις πρώτες ώρες του παιχνιδιού είστε καπετάνιος του πειρατικού και με αυτό ταξιδεύετε στα μεγάλα λιμάνια, στα χωριά και στα μικρά νησάκια που βρίσκονται στην Καραϊβική. Το πλοίο σας είναι πολλά περισσότερα από ένα απλό μεταφορικό μέσο, καθώς με αυτό βιώνετε μία σειρά από περιπέτειες. Έτσι, μπορείτε να συμμετέχετε σε ναυμαχίες ενάντια σε εμπορικά ή πειρατικά πλοία για να κλέψετε πρώτες ύλες και πλήρωμα, αφού πρώτα τα έχετε καταστρέψει με κανονιές και έχετε επιβιβαστεί σε αυτά. Επιπλέον μπορείτε να εξερευνείτε μικρά νησιά για να ανακαλύψετε κρυμμένα σεντούκια, να κυνηγάτε καρχαρίες ή να διασώσετε ανθρώπους που βρίσκονται στο νερό ώστε να τους εντάξετε στο πλήρωμά σας. Ο χειρισμός του πλοίου είναι ρεαλιστικός και σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν στο ταξίδι σας. Έτσι, σε μεγάλες φουρτούνες και καταιγίδες ο έλεγχος δυσκολεύει και τα κύματα σας αναγκάζουν να χάνετε την πορεία που θέλετε να ακολουθήσετε, ενώ όταν η θάλασσα είναι ήρεμη απολαμβάνετε το ταξίδι σας ακούγοντας τα χαρωπά τραγούδια του πληρώματός σας. Οι δραστηριότητες και ο τρόπος που λειτουργεί το gameplay του παιχνιδιού το καθιστά εύκολα το πιο open-world της σειράς.
Όταν βγαίνετε στη στεριά για να κάνετε είτε τις βασικές είτε τις προαιρετικές αποστολές, τα πράγματα γίνονται αρκετά γνώριμα. Το stealth gameplay επιστρέφει, καθώς πρέπει να είστε πολύ προσεκτικοί να σκοτώνετε τους εχθρούς σας χωρίς να σας αντιληφθεί κανείς, περιμένοντάς τους ή προκαλώντας τους με σφυρίγματα να έρθουν προς το μέρος σας κι εσείς κρυμμένοι να τους ξεκάνετε μεθοδικά. Δυστυχώς η ΑΙ των εχθρών στο μεγαλύτερο μέρος του παιχνιδιού είναι απογοητευτική, καθώς δεν ήταν λίγες οι φορές που σκότωσα κάποιον και ο διπλανός του ούτε που με κατάλαβε όντας στα δύο μέτρα απόσταση. Χαρακτηριστικά, σε μία αποστολή κατάφερα να σκοτώσω κροκόδειλο (!) μέσα από πάλη που διήρκησε παραπάνω από 10 δευτερόλεπτα και κανένας από τους 10-12 φρουρούς που υπήρχαν στην γύρω περιοχή δεν κατάφερε να με εντοπίσει! Επιπλεόν επιστρέφουν και οι scripted αποστολές όπου πρέπει να κρυφακούσετε τους στόχους σας και να μην χάσετε επαφή, αλλά πλέον είναι ξαναζεσταμένο φαγητό και οι μηχανισμοί μοιάζουν εξαιρετικά παρωχημένοι.

Οι ναυμαχίες είναι το highlight του AC4.
Ένα στοιχείο που είναι απολύτως συνυφασμένο με την φιλοσοφία της σειράς Assassin’s Creed είναι οι παρκουρ κινήσεις του χαρακτήρα, που σκαρφαλώνει στις οροφές των κτιρίων, σε δέντρα, ανεμόμυλους, και ακροβατεί σε περβάζια και λεπτούς κορμούς δέντρων. Η αλήθεια είναι ότι το έχουμε δει σε όλα τα παιχνίδια της σειράς, αλλά ακόμη και σήμερα παραμένει εξαιρετικά απολαυστικό. Ιδιαίτερα το level design των μαγευτικών τοποθεσίων του AC4 βοηθάει πολύ στο να αναδειχτεί ακόμη περισσότερο το στοιχείο αυτό, ακόμη κι αν κάποιες κινήσεις είναι λίγο τραβηγμένες κάνοντας τον συμπαθή Edward να μοιάζει με τον Spiderman! Πέρα από τις βασικές αποστολές, έχετε πολλά πράγματα να κάνετε και στη στεριά, όπως να αναλάβετε δολοφονίες, να μπουκάρετε σε κάποιο σπίτι και να αρπάξετε πρώτες ύλες, να μπείτε στα καφενεία της εποχής και να μαζέψετε πλήρωμα πληρώνοντας το αντίστοιχο αντίτιμο ή ακόμη και να ελευθερώσετε αιχμάλωτους πειρατές. Ξεχωριστό κομμάτι αποτελεί και το κυνήγι των ζώων, από τα οποία παίρνετε κυρίως το δέρμα τους και φτιάχνετε νέο εξοπλισμό, όπως ζώνη, θήκη για το σπαθί σας κ.ά
Όλες αυτές οι δραστηριότητες που είναι έξω από τις βασικές αποστολές του παιχνιδιού τόσο στη στεριά, όσο και στην θάλασσα, δεν έχουν διακοσμητικό ρόλο, καθώς αποτελούν τη βασική πηγή εσόδων για να μπορέσετε να αναβαθμίσετε το πλοίο σας και να αγοράσετε πιο ισχυρά όπλα και εξοπλισμό. Οι τιμές ειδικά των όπλων είναι αρκετά τσουχτερές, οπότε χρειάζεστε αρκετό χρήμα για να αποκτήσετε όπλα που είναι αρκετά πιο ισχυρά από τα πρώτα που έχετε στην κατοχή σας στην αρχή του παιχνιδιού. Επίσης, για την αναβάθμιση του πλοίου σας πέρα από χρήματα χρειάζεστε και πρώτες ύλες όπως μέταλλο, ενώ άλλες πρώτες ύλες όπως ζάχαρη ή ρούμι τις πουλάτε σε εμπόρους και εξασφαλίζετε έξτρα εισόδημα. Το γεγονός ότι το το παιχνίδι σας κάνει να ασχοληθείτε με τις προαιρετικές αποστολές, μεγαλώνει σε μεγάλο βαθμό το χρόνο ολοκλήρωσης από τις 20-25 ώρες τις κύριας ιστορίας στις 65-70 ωρες, χωρίς μάλιστα να χάνεται το ενδιαφέρον, γιατί το κίνητρό σας παραμένει ισχυρό και οι δραστηριότητες πολλές σε ποικιλία.
Σε ένα παιχνίδι με τόσο πλούσιο single-player, προκαλεί ευχάριστη έκπληξη η ανάλογη πληρότητά και του multiplayer! Τα modes είναι ποικίλα και για όλες τις κατηγορίες παικτών. Ο κύριος διαχωρισμός βρίκεται στα game modes, στα οποία είτε αντιμετωπίζετε άλλους παίκτες, είτε παίζετε σε συνεργασία με άλλους παίκτες και αντιμετωπίζετε τους εχθρούς που ελέγχονται από την ΑΙ. Στην πρώτη κατηγορία μπορείτε να παίξετε το Manhunt όπου χωρίζεστε σε ομάδες και στον ένα γύρο είστε οι κυνηγοί και στον άλλο προσπαθείτε να εντοπίσετε τον κυνηγούς και να τους εξουδετερώσετε, το Wanted όπου όσο σκοτώνετε αντίπαλους στόχους τόσο περισσότερο σας κυνηγούν οι αντίπαλοι παίκτες, και το Assasinate όπου εσείς επιλέγετε τον στόχο που θέλετε να εξολοθρεύσετε, χωρίς να γίνετε αντιληπτός από τους υπόλοιπους παίκτες. Επιπλέον, στην ίδια κατηγορία υπάρχει το Deathmatch, στο οποίο επίσης προσπαθείτε να δολοφονήσετε πριν σας δολοφονήσουν, σε πιο μικρό χάρτη και χωρίς πυξίδα. Τέλος, στο Artifact Assault προσπαθείτε να κλέψετε το artifact της αντίπαλης ομάδας και να το μεταφέρετε στη βάση σας, ενώ στο Domination πρέπει να κυριαρχήσετε σε όσο το δυνατόν περισσότερες περιοχές και να αμυνθείτε με επιτυχία.
Μια γεύση από τα εκπληκτικά γραφικά του παιχνιδιού.
Μια γεύση από τα εκπληκτικά γραφικά του παιχνιδιού.
Στα συνεργατικά modes, τα οποία βρίσκονται συγκεντρωμένα στο Wolfpack μενού του multiplayer, μπορείτε να συμμετέχετε στο Discovery mode, μόνο όμως private με φίλους online και να ολοκληρώσετε μία σειρά από ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες αποστολές. Επίσης υπάρχει και το Unleashed mode, το οποίο έχει χαρακτήρα Time Attack και μπορείτε να παίξετε τόσο με φίλους, όσο και public με άλλους παίκτες. Σε προκαθορισμένο χρόνο προσπαθείτε να ολοκληρώσετε όσο το δυνατόν περισσότερες αποστολές που είτε έχουν να κάνουν με δολοφονίες συγκεκριμένων στόχων, είτε να προστατέψετε τα σεντούκια σας κ.α., ενώ οι έξτρα δολοφονίες επεκτείνουν τον διαθέσιμο χρόνο σας για να μπορείτε να ολοκληρώσετε όλες τις αποστολές. Θετική εντύπωση προκαλεί και το Game Lab, στο οποίο μπορείτε να φτιάξετε το δικό σας multiplayer mode, ορίζοντας τους δικούς σας κανόνες και παίζοντας με τους φίλους σας. Παρούσα είναι και η κλασική επιλογή Quick Match για όσους θέλουν να παίξουν κάποιο τυχαίο mode, αλλά και ένα αρκετά επεξηγηματικό tutorial όπου μαθαίνετε βασικές κινήσεις για να φέρετε εις πέρας τις multiplayer προκλήσεις. To multiplayer του AC4 έχει κόσμο και βρίσκετε άτομα μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Ο ρυθμός του παιχνιδιού είναι σταθερός, χωρίς ίχνος lag, πράγμα που κάνει την multiplayer εμπειρία ιδιαίτερα ευχάριστη και εθιστική.
Ο τεχνικός τομέας του Assassin’s Creed 4 είναι, χωρίς δόση υπερβολής, σημείο αναφοράς για τα παιχνίδια ολόκληρης της γενιάς. Οι καθαρές υφές τόσο στο περιβάλλον, όσο και στους χαρακτήρες, τα εκπληκτικά εφέ του νερού και της καταιγίδας όταν λούζει το πειρατικό σας, και οι λεπτομέρειες που συναντάτε είτε επισκέπτεστε ένα μικρό νησάκι είτε ένα λιμάνι, είναι εξωπραγματικές, τουλάχιστον για τις τωρινές κονσόλες. Κάποια glitches δεν απουσιάζουν, όπως για παράδειγμα πτώματα που αιωρούνται, αλλα είναι τόσο σπάνια που δεν χαλάνε την γενική εικόνα του τίτλου σε αυτό το τομέα. Τέλος, ιδιαίτερη μνεία αξίζουν οι εξαιρετικά σκηνοθετημένες cutscenes που σας καθηλώνουν χωρίς να σας κουράζουν.

Εξαιρετικά σκηνοθετημένες cutscenes που σας βάζουν για τα καλά στο κλίμα.
Εξαιρετικά σκηνοθετημένες cutscenes που σας βάζουν για τα καλά στο κλίμα.

Η μουσική που ακούγεται στο κεντρικό μενού του AC4 είναι απόλυτα ταιριαστή με το ύφος του παιχνιδιού και φέρνει αρκετά στο αντίστοιχο μουσικό θέμα της γνωστής σειράς Game of Thrones, ενώ και η μουσική που ακούγεται σε στιγμές έντονης δράσης είναι αρκούντως ικανοποιητική. Όσον αφορά τα voice over, η δουλειά που έχει γίνει είναι εξίσου ποιοτική με όλους τους υπόλοιπους τομείς. Οι φωνές τόσο του πρωταγωνιστή, όσο και των άλλων χαρακτήρων που συναντάτε, είναι απολύτα ταιριαστές, χωρίς υπερβολικούς τόνους και πλήρως συνυφασμένες με το στιλ του παιχνιδιού. Highlight είναι οπωσδήποτε τα διάφορα τραγούδια που λένε τα μέλη του πληρώματός σας καθώς ταξιδεύετε με το πλοίο σας στην ανοιχτή θάλασσα.
Φτάνοντας στον επίλογο του review και ενώνοντας ένα ένα τα κομμάτια του παζλ που απαρτίζουν το Assassin’s Creed 4: Black Flag, γίνεται εύκολα αντιληπτό, ότι το παιχνίδι είναι τόσο πλούσιο σε περιεχόμενο τόσο offline, όσο και online, που σίγουρα θα γίνει αγαπητό στους φανατικούς της σειράς. Μπορεί να μην είναι επαναστατικό κι ενδεχομένως η ιστορία να μην έχει το βάθος του Assassin’s Creed 2, αλλά παραμένει ιδιαιτερα απολαυστικό και προσηλωμένο στα υψηλά στάνταρ που έχουν θέσει τα παιχνίδια Assassin’s Creed τόσα χρόνια.
  • Οι ναυμαχίες και οι υπόλοιπες δραστηριότητες με το πειρατικό πλοίο
  • Εκπληκτικός τεχνικός τομέας
  • Πλούσιο campaign
  • Πλήρες και λειτουργικό multiplayer με πολλά modes
  • Εξαιρετική αναπαράσταση της εποχής των πειρατών
  • Stealth μηχανισμοί που έχουν χάσει τη φρεσκάδα τους
  • Οι επαναλαμβανόμενες scripted αποστολές έχουν κουράσει
  • Το gameplay στη στεριά παραμένει στάσιμο
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 9.0